μακάριος

μακάριος, α, ον / μάκαρ, gen. μάκαρος блаженный, счастливый (ср. Макарий, Макар)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "μακάριος" в других словарях:

  • μακάριος — blessed masc nom sg μακάριος blessed masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μακάριος — α, ο 1) блаженный, счастливый; 2) спокойный, безмятежный …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Μακάριος — blessed masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μακάριος — I Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Πολιτικός, που μαρτύρησε με σπαθί στην Αλεξάνδρεια επί Δεκίου μαζί με τον Ανδρέα (3ος αι. μ.Χ.). Η μνήμη του τιμάται στις 6 Σεπτεμβρίου. 2. Μαρτύρησε με αποκεφαλισμό στην Αφρική επί Δεκίου (3ος αι.… …   Dictionary of Greek

  • μακάριος — α, ο 1. ευτυχισμένος: Πέθανε μακάριος αφού είχε πραγματοποιήσει όλα του τα όνειρα. 2. ήρεμος, γαλήνιος, ευχαριστημένος: Παρέμενε μακάριος ό,τι και αν του συνέβαινε. 3. υπερθ., μακαριότατος τιμητική προσφώνηση των πατριαρχών και των αρχιεπισκόπων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Μακάριος Γ’ — (Μιχαήλ Μούσκος, Παναγιά Κύπρου 1913 – Λευκωσία 1977). Αρχιεπίσκοπος Νέας Ιουστινιανής και πάσης Κύπρου (1950 77) και πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας (1959 77). Σπούδασε θεολογία στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Βοστόνης και νομικά στο Πανεπιστήμιο …   Dictionary of Greek

  • μακάριος — [макариос] εκ. блаженный, счачтливый …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Μακάριος ο Πάτμιος — Βλ. λ. Καλογεράς, Μακάριος …   Dictionary of Greek

  • Μακάριος ο Μάγνης — (τέλη 4ου – αρχές 5ου αι. της). Εκκλησιαστικός συγγραφέας από τη Μαγνησία της Καρίας ή της Λυδίας. Έγραψε απολογία για την υπεράσπιση του χριστιανισμού με τον τίτλο Μονογενής ή Αποκριτικός της Έλληνας …   Dictionary of Greek

  • Νοταράς Μακάριος — Μητροπολίτης Κορίνθου και ένας από τους ηγέτες του κινήματος των Κολλυβάδων. Βλ. λ. Μακάριος …   Dictionary of Greek

  • Βαρλαάμ Μακάριος — Αγωνιστής του 1821. Καταγόταν από τη Σκύρο. Όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση, ήταν πρωτοσύγκελος του αρχιεπισκόπου Χαλκίδας. Οι Τούρκοι τον υποχρέωσαν να περιοδεύσει στο νησί του για να καθησυχάσει τον λαό και να τον αποτρέψει να προσχωρήσει στην… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.